- εκβάλλιο
- τοεκβάλλιο το ελατήριοη πικραγγουριά, φυτό τής οικογένειας κουκουρβιτίδες, τού οποίου όταν ωριμάσει ο καρπός εκτοξεύει τα σπέρματα σε μεγάλη απόσταση.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
πικραγγουριά — (εκβάλλιο το ελατήριο). Πολυετές ποώδες φυτό της μεσογειακής ζώνης, της οικογένειας των κολοκυνθιδών ή κουκουρβιτιδών (δικοτυλήδονα). Στην Ελλάδα συναντάται παντού, σε καλλιεργούμενους και χέρσους αγρούς, σε πετρώδεις εκτάσεις κλπ. Χαρακτηριστικό … Dictionary of Greek
αγγουριά — (cucumis sativus).Μονοετές ποώδες φυτό, που αριθμεί πολλά είδη με κυριότερα, εκτός από την α., την κόκκινη κολοκυθιά, τη φασολιά και τη φλασκιά. Ο βλαστός του φυτού α. είναι σαρκώδης και δεν μπορεί να στηριχτεί μόνος του, γι’ αυτό αναρριχάται… … Dictionary of Greek
αγριαγγουριά — η Βοτ. κοινή ονομασία τού είδους Ecballium elaterium τού γένους Εκβάλλιο τής οικογένειας τών Κουκουρβιτιδών (Cucurbitaceae). Το είδος αυτό, πιο γνωστό ως πικραγγουριά, αναφέρεται και με την κοινή ονομασία γαϊδουραγγουριά … Dictionary of Greek
διασπορά — Ο διασκορπισμός, η διάδοση. (Βοτ.)δ. σπόρων. Η διαδικασία διασκόρπισης των σπόρων και η απελευθέρωσή τους από τους ώριμους καρπούς που τους περιέχουν. Υπάρχουν φυτά ή, ακριβέστερα, σπόροι των οποίων η δ. διευκολύνεται με τη μεσολάβηση διαφόρων… … Dictionary of Greek
κουκουρβιτίδες — (cucurbitaceae). Οικογένεια δικοτυλήδονων ποωδών φυτών, η οποία περιλαμβάνει περίπου 90 γένη και 700 είδη. Πρόκειται για αναρριχώμενα ή έρποντα φυτά που χαρακτηρίζονται από πεντάγωνα στελέχη και έλικες. Τα φύλλα είναι κατ’ εναλλαγή και, συνήθως,… … Dictionary of Greek